Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

Ο Ζαμπέτας "Επεμβαίνει" στο τραγούδι της Μοσχολιού



Την δεκαετία του 70 και του 80 τα πολιτικά φεστιβάλ των νεολαιών είναι στην ακμή τους. Η μεταδικατορική αύρα σαρώνει τα πάντα και η μουσική του Μίκη, του Μάνου (Λοίζου) και του Διονύση κυριαρχεί στις συναυλίες που διοργανώνουν η ΚΝΕ και το ΠΑΣΟΚ.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στον "Δρόμο", την "Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν" και τον "Καραγκιόζη" βρίσκεται χώρος για έναν νεαρό συνθέτη κι έναν ανερχόμενο στιχουργό. Ο συνθέτης είναι ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο στιχουργός ο Κώστας Τριπολίτης.

Ο Κραουνάκης μάς συστήνεται ουσιαστικά το 1981. Μέχρι τότε έχει κάνει δύο δισκογραφικές δουλειές, «Το όνειρο του Βασίλη» και «Το σπίτι του Αγαμέμνονα», που ήταν μουσική για θέατρο. Αντίθετα, ο Τριπολίτης, εκείνη ακριβώς τη χρονιά, κάνει την δική του δημιουργική έκρηξη με συμμετοχή σε έξι δίσκους, απο τους οποίους ξεχώρισε η συνεργασία με το Δήμο Μουτση στο "Φράγμα" (όπου η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδά με αδιανόητο τρόπο το "Δε λες κουβέντα") και με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιώργο Νταλάρα στο "Ραντάρ", κάτω απο το οποίο ξέφυγαν για την αιωνιότητα η "Αγάπη" και το "Ξημερώνει".

Ο "Κραού" λοιπόν, τη χρονιά εκείνη κάνει με την ΛΥΡΑ τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με την Βίκυ Μοσχολιού. Από τα τραγούδια του δίσκου ξεχωρίζει το "Επεμβαίνεις" (πιο γνωστό ως "είσαι σκέτο παρακράτος") με την απρόβλεπτη συμμετοχή του συνθέτη και σολίστα του μπουζουκιού Γιώργου Ζαμπέτα. Το τραγούδι άρεσε, ο δίσκος έκανε επιτυχία και σύστησε δυναμικά στον κόσμο τον Κραουνάκη. Από τον ίδιο δίσκο η Μοσχολιού ξεχώρισε και το "Πώς έφυγες" -έκλαψε, αποκάλυψε η ίδια, όταν το άκουσε πρώτη φορά – και γενικώς αγαπήθηκαν από το κοινό ανάμεσα σε εκείνα των πολιτικών, μεταπολιτευτικών τόνων. 

«Ne me quitte pas»: ένας ύμνος στην δειλία των ανδρών

 Ο Βέλγος ηθοποιός τραγουδιστής και μουσικός Ζακ Μπρελ παντρεύτηκε στα 21 του χρόνια κι έκανε το τρίτο του παιδί στα 29. Ενδιάμεσα, στα 25, ερωτεύτηκε την Σούζαν Γκαμπριέλο, έκανε κι ένα παιδί μαζί της, για να την εγκαταλείψει τελικά, αφού δεν ήθελε να χωρίσει την γυναίκα του. Και καθώς δεν ήθελε να αναγνωρίσει ούτε την πατρότητα του παιδιού, η Ζιζού (όπως την έλεγαν συνηθώς) έκανε έκτρωση.

Αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά, ο Ζακ Μπρελ δεν θα είχε γράψει ποτέ ένα από τα σπουδαιότερα γαλλικά τραγούδια, το «Ne me quitte pas» (μη με αφήνεις).

Παρά τα όσα φαντάζεται κανείς το «Ne me quitte pas» δεν είναι ένα τραγούδι αγάπης, αλλά ένας ύμνος στην δειλία των ανδρών που δεν παλεύουν για τον έρωτα της ζωής τους. Το υποστήριξε ο ίδιος ο Ζακ Μπρελ, που ήταν και ο πρώτος ερμηνευτής του τραγουδιού. 




Από τότε το «Ne me quitte pas» έχει ηχογραφηθεί σε 22 διαφορετικές γλώσσες και σε περισσότερες από 400 εκτελέσεις. Ανάμεσα στις πιο διάσημες είναι της Νίνα Σιμόν, του Σαρλ Αζναβούρ, του Ανταμό, του Χούλιο Ιγκλέσιας, του Τζόνι Χαλιντέι. Λιγότερη διάσημη αλλά πολύ καλή είναι και αυτή του Γιάννη Πάριου. Καμία ωστόσο δεν συγκρίνεται με εκεινη που του απόδωσε το «κορίτσι με τα μαύρα», το μικρό, αδύναμο «σπουργίτι», με την φωνή – λυγμό, που πλάστηκε θαρρείς με τη μελαγχολία, τη νοσταλγία και την πικρή χαρά –μια φιγούρα τραγική αλλά και τόσο τρυφερή. 


Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

"Η Φάμπρικα": Ο δωρικός λόγος του Γιώργου Σκούρτη

 Τα τραγούδια για τους μετανάστες έχουν συνδεθεί με τους αναστεναγμούς του Καζαντζίδη, πάνω στον πικρό λυγμό του Βίρβου. Αλλά εγώ προτιμώ τον δωρικό λόγο του Γιώργου Σκούρτη, όταν συνάντησε την καθαρή φωνή με την στεντόρεια άρθρωση του Λάκη Χαλκιά.

Ο σπουδαίος αυτός ερμηνευτής βρέθηκε το 1974, λίγες εβδομάδες πριν από την πτώση της Χούντας, με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Ο τελευταίος είχε πάρει στα χέρια του τους στίχους του Σκούρτη, που μιλούσαν για την δύσκολη ζωή στην ξενιτιά. Ο δίσκος ονομάστηκε «Μετανάστες» και είναι σταθμός στην δισκογραφία μας. Εκτός από τον Λάκη Χαλκιά, στον ίδιο δίσκο συμμετείχε και η Βίκι Μοσχολιού.

Τα τραγούδια ήταν στην πραγματικότητα ιστορίες του συγγραφέα Σκούρτη. Αποτελούσαν μέρος ενός αφιερώματος στους Έλληνες μετανάστες και εξέφραζαν τον πόνο και την πίκρα των ανθρώπων που αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν από τον τόπο τους, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Αλλά περιέγραφαν και την αγωνία εκείνων που έμεναν πίσω, περιμένοντας το γυρισμό, όπως στο γράμμα της γιαγιάς στην μάνα στο συγκλονιστικό, μέσα στην λιτότητά του, «Μιλώ για τα παιδιά μου».

Στο τραγούδι του Μαρκόπουλου «Η φάμπρικα» ο Λάκης Χαλκιάς ερμηνεύει υποδειγματικά τους στίχους του Γιώργου Σκούρτη, περιγράφοντας παραστατικά τις εμπειρίες των γκασταρμπάιτερ, των Ελλήνων εργατών στις γερμανικές φάμπρικες. Είναι η σκληρή δουλειά για την επιβίωση, οι εργάτες-επιστάτες που επιβλέπουν άλλους εργάτες, η κουβέντα με το διπλανό που δεν επιτρέπεται γιατί δεν υπάρχει χρόνος (που είναι χρήμα) για χάσιμο. Ο ο άνθρωπος που αλλοτριώνεται και γίνεται μια μηχανή δίπλα σε μηχανές, ένας ανώνυμος αριθμός σε μια απρόσωπη, παραγωγική διαδικασία.

Η «Φάμπρικα» έχει περάσει στην γλώσσα μας ως «το εργοστάσιο». Αλλά η ρίζα της λέξης είναι το λατινικό faber, που είναι ο ξυλουργός και εν τέλει ο τεχνίτης. Τις φάμπρικες ύμνησε φυσικά ο Καζαντζίδης, αλλά ο πρώτος που τις έβαλε στο τραγούδι ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης στο περίφημο «Σφυρίζει η φάμπρικα», που για πολλούς είναι και ένας ύμνος της εργατικής τάξης (πιο γνωστό και ως «Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά», από το ρεφρέν του).

Στον Μαρκόπουλο ο Σκούρτης έδωσε και άλλα τραγούδια που εντάχθηκαν σε δίσκους του. ένα από τα πιο εμβληματικά είναι φυσικά το "Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί".
Στίχους του Γιώργου Σκούρτη μελοποίησαν και πολλοί άλλοι μεγάλοι συνθέτες, όπως οι Σταύρος Ξαρχάκος, Δήμος Μούτσης ("Ε, ρε κοροϊδία" με την Πρωτοψάλτη), Γιάννης Ζουγανέλης ("Εγώ δεν θέλω γιατρικά γιατί έχω φίλους" με την έξοχη Ελένη Δήμου), Γιάννης Σπυρόπουλος-Μπάχ, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιώργος Κατσαρός, Μίμης Πλέσσας

*Στη μνήμη του Γιώργου Σκούρτη, που έφυγε στις 18 Νοέμβρη 2018 έχοντας ολοκληρώσει ένα σπουδαίο ταξίδι στην πεζογραφία και στο θέατρο, που κράτησε περισσότερο από σαράντα χρόνια...



Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Επίκαιρα "Μαθήματα Δικτατορίας" από τον Γιώργο Μαρίνο




 «Συγκέντρωσις είναι εφικτή
το μάξιμουμ ενός ατόμου κι έτσι αποφεύγεται η ειρκτή και η εξάρθρωσις του ώμου»*.

Ο Γιώργος Μαρίνος είναι ίσως το μεγαλύτερο πολύπλευρο ταλέντο που γεννήθηκε στην χώρα μας. Τραγουδιστής, ηθοποιός, χορευτής, σόουμαν, τηλεπαρουσιαστής, με ό,τι κι αν καταπιανόταν σε γέμιζε γέλια ή δάκρυα. Ανήκει στην κατηγορία εκείνων για τους οποίους είμαστε σίγουροι πως «αν είχε γεννηθεί στην Αμερική, θα είχε γίνει σταρ παγκόσμιου βεληνεκούς».
Παιδί χωρισμένων γονιών, γεννήθηκε το 1939 και μεγάλωσε με την μητέρα του, καθώς ο πατέρας του βρισκόταν μέχρι το 1951 στις εξορίες. Αν και προοριζόταν για μηχανικός, γράφτηκε στην Σχολή του Εθνικού θεάτρου και όντας δευτεροετής (αφού είχε κάνει ένα πέρασμα από την επιθεώρηση του Σακελλάριου «Ωπα-ωπα», όπου τραγούδησε δυο τραγούδια του Θεοδωράκη) βρέθηκε μαζί με μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών στην «Οδό Ονείρων». Εκεί αναστάτωσε όλη την Αθήνα με την ερμηνεία του στο ομώνυμο αισθαντικό τραγούδι («Κάθε κήπος»). Μετά, ανέβηκε με ταχύτητα τα σκαλοπάτια της επιτυχίας παίζοντας στο θέατρο και τραγουδώντας στις μπουάτ, στην «Κατακόμβη» και στα «Ταβάνια».
Αλλά την δική του ιστορία την έγραψε στην «Μέδουσα». Εκεί έμεινε 18 χρόνια, μέχρι το 1992, απολαμβάνοντας την λατρεία ενός κοινού που γέμιζε κάθε μέρα την μπουάτ για να τον ακούσει. Αξιοποιώντας την δυναμική των κειμένων του Γιάννη Ξανθούλη και του Παύλου Μάτεσι δημιούργησε ένα πρωτοποριακό για την εποχή, δικό του στυλ, που συνδύαζε την πρόζα, τον χορό, την σάτιρα και το τραγούδι.
Οι ερμηνείες του είναι όλες μοναδικές, ανεπανάληπτες και αξεπέραστες. Εκτός από την «Οδό Ονείρων» προσωπικά μου άρεσε το «Φίλε μην φεύγεις», σε μουσική του Μίμη Πλέσσα και στίχους του Ανδρέα Αγγελάκη, το «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα» (των Νίκου Δανίκα – Λευτέρη Παπαδόπουλου) και το ελαφρολαϊκό «Ήπια τα χείλη σου και χάνομαι» του Άκη Πάνου (στίχοι & μουσική) που αναδεικνύει και την πλούσια ερμηνευτική του γκάμα.
Το 1975 κυκλοφορεί ο δίσκος των Κακουλίδη (στίχοι) Κριμιζάκη (μουσική) «Η Αγωγή του Πολίτου». Σε μια Ελλάδα που δονούνταν από τις μουσικές του Θεοδωράκη σε στάδια και πλατείες, η κυκλοφορία αυτού του δίσκου ήταν η προσπάθεια της κοινωνίας να εκφραστεί κατά της Χούντας με έναν διαφορετικό τρόπο: να σατιρίσει αντί να φωνάξει, να γελάσει, αντί να συγκινηθεί.
Το διαχρονικό αυτό τραγούδι («Μαθήματα δικτατορίας άνευ διδασκάλου» διασώζεται από μία live εμφάνιση του Μαρίνου, το 1976 στην «Μέδουσα».
*Τι ένα, τι τέσσερα; Χρόνια Πολλά.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

"Για το Καλό μου": Ο Μηλιώκας συναντά τον Ρινόκερο του Ιονέσκο

 Το 1985 ο Μηλιώκας ήταν στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο (το «Εδώ Θεσσαλονίκη» απ’ όπου ξεχώρισε το «Αμπεμπαμπλόμ» και το «Ποιμενικό Ροκ»). Εκεί, πάνω σε ένα πακέτο τσιγάρα, έγραψε την μεγαλύτερη επιτυχία του.

Το «Για το καλό μου» είναι ένα τραγούδι που περιγράφει τα βήματα που μας μετατρέπουν σε «Ρινόκερο». Για την προετοιμασία της πειθαρχημένης ζωής, αλλά και την εκούσια ή ακούσια κατάληξη η οποία επιβάλλεται στον απειθάρχητο.
Το τραγούδι είναι διαχρονικό και επίκαιρο. Σήμερα, μετά την ανακοίνωση της απαγόρευσης της πορείας …για το καλό μας, νομίζω πως είναι και το πιο ταιριαστό

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Όταν ο Μίκης και ο Βασίλης, "Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά"


 Ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1974 το κουδούνι στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι χτυπάει. Ανοίγει ο ίδιος και βλέπει ένα νεαρό παιδί να στέκεται στην πόρτα. «Καλησπέρα σας. Είμαι ένας Έλληνας τραγουδιστής. Ζω στο Μόναχο και ήρθα στο Παρίσι για να με ακούσετε».

Ο Μίκης Θεοδωράκης, χαμογελαστός, τον πέρασε μέσα και τον οδήγησε κατευθείαν στο πιάνο:
- «Τί ξέρεις»;
- «Όλα τα τραγούδια σας», απάντησε με το θράσος των 20 χρόνων ο νεαρός.
Ο Μίκης τον έριξε στα βαθιά νερά του «Άξιον Εστί». Ξεκίνησαν με το «Ένα το Χελιδόνι» και μετά πέρασαν στο «Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ». Ο νεαρός πέρασε τις εξετάσεις και ο Μίκης ενάμιση μήνα μετά τον πήρε μαζί του για μια συναυλία στην Αμερική.
Έτσι γνωρίστηκαν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
Το πόσο τον εκτιμούσε ο σπουδαίος συνθέτης φάνηκε δυο χρόνια αργότερα, στην ελεύθερη Ελλάδα πια, όταν θα εμπιστευθεί στον Παπακωνσταντίνου τα τραγούδια «Της εξορίας». Μάλιστα για το εξώφυλλο του δίσκου, ο Μίκης φωτογραφήθηκε δίπλα στον Βασίλη. Ο συγκεκριμένος κύκλος τραγουδιών ήταν πολύ ιδιαίτερος για τον Θεοδωράκη, καθώς ήταν τραγούδια που είχε γράψει σε διαφορετικούς καιρούς, τα περισσότερα στις διάφορες εξορίες του. Βασίζονταν σε ποιήματα του Αναγνωστάκη, του Λαμψίδη, του Νεγρεπόντη, του Λειβαδίτη και του ίδιου του Μίκη. Ήταν δώδεκα τραγούδια που νομίζω είναι σαν να γράφτηκαν για την φωνή του Παπακωνσταντίνου.
(Οι νέοι, λοιπόν. Οι ...υπαίτιοι για τα όσα τραβάμε σήμερα. Αυτοί που δεν ξέρουνε «πατέρα, μάνα, σπίτι» κι «έναν δεν δίνουν για το σήμερα παρά». Αυτοί που δεν κρατούν μεζούρα και διαβήτη για να μετρούν τις αποστάσεις μεταξύ τους. Αλλά είναι, πάντα ήταν και πάντα θα είναι, από καλή σοδεία).

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Το συναπάντημα Ρίτσου και Λεοντή πάνω απο ένα "Καπνισμένο Τσουκάλι"


 Ο Γιάννης Ρίτσος και ο Χρήστος Λεοντής γνωρίστηκαν τον Μάρτιο του 1963. Εκείνες τις ημέρες ο Λεοντής ετοιμαζόταν να δώσει την πρώτη του συναυλία στο «Ακροπόλ» και ο Ρίτσος είχε πάει να τον ακούσει μαζί με τον Βρεττάκο. Η γνωριμία αυτή έγινε αφορμή για μια πιο έντονη πνευματική φιλία από τη μεριά του Λεοντή, ο οποίος άρχισε να διαβάζει συστηματικότερα την ποίηση του Ρίτσου.

Τις μέρες που γινόντουσαν τα γεγονότα της Νομικής, προάγγελος του Πολυτεχνείου, το 73, ο Λεοντής δούλευε πάνω στο «Καπνισμένο Τσουκάλι». Είχε μάλιστα ολοκληρώσει 3 τραγούδια.
Την επομένη το βράδυ με τα γεγονότα να έχουν κορυφωθεί, ο Λεοντής κατέβηκε στο κέντρο της Αθήνας. Κάτω από το κυνηγητό της Αστυνομίας χώθηκε σε μια μπουάτ, στον Θόλο, που τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μέσα βρίσκονταν δεκάδες νέα παιδιά, τα περισσότερα με σπασμένα κεφάλια. Ο Ζωγράφος του ζήτησε αν θέλει να παίξει κάτι δικό του. Και ο Λεοντής, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει, άρχισε να παίζει από μνήμης αυτά τα τρία τραγούδια, που είχε γράψει την προηγούμενη μέρα.
Όταν τελείωσε συνειδητοποίησε πως δεν μιλούσε κανείς, ούτε χειροκρότησε. Παρά μόνο έκλαιγαν όλοι.
Αυτή ήταν η πρώτη εκτέλεση ενός από τους σπουδαιότερους δίσκους που έγιναν ποτέ και μιας ποιητικής συλλογής που παραμένει διαχρονική, γιατί διαχρονικές είναι οι έννοιες της ελευθερίας, της ανθρωπιάς, της δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας που χαρακτήριζαν τον Ρίτσο.
Αν μελετήσει και εμβαθύνει κανείς στην ποίηση του Ρίτσου, μπορεί να καταλάβει την φράση του «η ποίηση είναι η μνήμη του μέλλοντος». Θα διαπιστώσει ότι ο ποιητής κράτησε ζωντανά στην ιστορική μνήμη τα οράματα, τους αγώνες και τα πάθη των Ελλήνων στον 20ό αιώνα. Και, μάλιστα, διηγώντας τα μέσα από το προσωπικό του βίωμα.
Από τα σπουδαία ποιήματα αυτού του δίσκου διάλεξα το «Τούτες τις μέρες», που ο άνεμος μας κυνηγάει και κάθε βλέμμα, κάθε καρδιά και κάθε ελπίδα τα σφίγγουν συρματοπλέγματα.

Όταν το σύμπαν συνωμότησε για την Λένα Παππά

  «Aν θέλεις κάτι πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις», λέει ο Κοέλιο. Η ποιήτρια #ΛέναΠαππά ήθελε πολύ να μελοποιήσουν ποιήματά τ...