Γιατί αυτό ήταν το ρεμπέτικο. Μια βλάσφημη προσευχή, σε διαφορετικούς θεούς. Στην γυναίκα, στο κρασί, στο τουμπεκί. Στον έρωτα, στον αργιλέ, στο αψέντι. Μια προσευχή που έστελνε στο διάβολο κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση.
Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021
Ο Βλάσφημος Χατζιδάκις υπερασπίζεται το ρεμπέτικο
Γιατί αυτό ήταν το ρεμπέτικο. Μια βλάσφημη προσευχή, σε διαφορετικούς θεούς. Στην γυναίκα, στο κρασί, στο τουμπεκί. Στον έρωτα, στον αργιλέ, στο αψέντι. Μια προσευχή που έστελνε στο διάβολο κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση.
Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021
Sade: Δεν είναι φωνή, είναι βελούδο
Έχουν περάσει 62 χρόνια από τη μέρα που στο Ibadan της Νιγηρίας γεννήθηκε η Helen Folasade Adu, κόρη Αφρικανού καθηγητή πατέρα και Αγγλίδας νοσοκόμας μητέρας. Αν και μικρή δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ασχοληθεί με τη μουσική, η παρουσία της έδωσε στην ίδια τη μουσική βελούδινη διάσταση. Με το όνομα Helen Folasade Adu δεν προσπάθησε καν να κάνει καριέρα. Από την αρχή προτίμησε την εύηχη σύντμηση του μεσαίου ονόματός της, που ήρθε να ταιριάξει γάντι σε μια αισθησιακή φωνή και εικόνα: Sade.
Αρχικά δεν ενδιαφερόταν να γίνει τραγουδίστρια, αλλά να ασχοληθεί με τη μόδα. Έτσι σπούδασε στο St Martin’s School of Art στο Λονδίνο. Δύο συμφοιτητές της που είχαν group, της ζήτησαν να τους βοηθήσει με τα φωνητικά. Η ίδια ήταν αρκετά ντροπαλή, αλλά με τον καιρό έμαθε να πιστεύει στον εαυτό της. Από τη δεκαετία του '80, την εποχή του “Your love is King” και του “Smooth Operator” πούλησε τόσους δίσκους, που δεν θα χρειαζόταν να δουλέψει ποτέ ξανά στη ζωή της. Ή θα δούλευε μόνο και εφόσον της έκανε κέφι. Όπως και έκανε.
Είναι η πιο επιτυχημένη solo καλλιτέχνης στην ιστορία της Βρετανικής μουσικής, έχοντας πουλήσει πάνω από 110 εκατομμύρια αντίτυπα των δίσκων της.
Το “Smooth Operator”, βρισκόταν στο πρώτο της album, το “Diamond Life” και αναφέρεται σε έναν άντρα της υψηλής κοινωνίας που ζει μέσα στην πολυτέλεια, αλλά δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τα αισθήματα των γυναικών της ζωής του. Έχει ακουστεί σε πολλές ταινίες, όπως το “Fun With Dick&Jane”.
Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020
Κι είναι η θέση σου στο πιάνο αδειανή...
«κι εδώ τη νύχτα θα φεγγίζουν αναπτήρες,
όταν τους νάνους σου θ’ ακούμε απ’ την αρχή...»
Όλες αυτές τις μέρες που -ένας μετά τον άλλον- οι φίλοι μου έγραφαν
για τα σταυροδρόμια τους με τον Θάνο Μικρούτσικο, εγώ «ενήστευα» για να
κοινωνήσω σήμερα τη «Δίκοπη Ζωή». Προσπάθησα από το πρωί να «μεταλάβω» μερικές γραμμές, αλλά δεν τα κατάφερα. Θα το κάνω κάποια άλλη στιγμή.
Το μόνο που κατάφερα για τον έναν από τους δυο συνθέτες που με άλλαξαν για πάντα, ήταν να πάρω μια βάρκα και να την δέσω έξω από «μια σπηλιά στην Αλταμίρα».
Να κατέβω και να απλώσω στα χαλίκια «το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό». Να κάτσω στην ακροθαλασσιά, με μόνο φως το αντιφέγγισμα από τον «Σταυρό του Νότου».
Ύστερα να φωνάξω να έρθει ο «Κόλιας», ο Μάνος, ο Άλκης, ο Ναζίμ και ο Μπέρτολτ. Να μοιραστούμε παξιμάδια κι ελιές. Να βάλουμε από μια ρακή.
Να κάτσουμε και να μιλήσουμε για τη «Ρόζα», την «Εσμεράλδα» και την «Ελένη». Να παρηγορήσουμε την «Άννα».
Να χαζεύουμε την «Πιρόγα» να φεύγει και να γυρίζει, μια
νύχτα «που αγριεύει η βροχή». Να
απολαμβάνουμε τoν ήχο που
κάνει η «πιο όμορφη θάλασσα», όταν
σκάζει στα βράχια.
Ύστερα να καβαλήσουμε όλοι μαζί «πάνω στο φτερό του καρχαρία» και να κυνηγήσουμε «το πειρατικό του Captain Jimmy». Να καπνίσουμε όλο το φορτίο του και μετά να αρχίσουμε να βλέπουμε τον «Άμλετ» με τους «7 Νάνους» ν' ανεβαίνουν, μέσα στην βροχή, για το φεγγάρι.
Και πριν μας πάρει, Θάνο, ο ύπνος απ' έξω «Απ' το Στρόμπολι», να φιλήσουμε ένας μετά τον άλλο το μέτωπό σου, αφήνοντας τον Μεράντζα να σε χαιρετά σπαρακτικά για όλους μας.
Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020
Η Φιλοθέη "μπαρκάρει" ευλαβικά στο ιπτάμενο πιάνο του Θανούλη
«Εφτά σε παίρνει αριστερά,
μην το ζορίζεις»
Από όλες τις μορφές του Καββαδία ο πλέον «καββαδιακός» είναι, στο μυαλό μου τουλάχιστον, ο ίδιος ο Θάνος Μικρούτσικος. Τον θυμάμαι στα «λάιβ» με μαύρο μακό, μαύρο παντελόνι και την πίπα του, ίδιος ναυτικός στη ράδα, να μας μπαρκάρει όλους στο πιάνο του και να ξεκινάμε το ταξίδι: με Σημ, Ρεκ, Γκόμπυ, Χαράμ, Ραμάν, Τοτ, Σάλαχ και τον Θωμαΐδη, τον Κούτρα, την Αντωνοπούλου, την Αλεξίου, τον Θηβαίο, τον Παπακωνσταντίνου, τον Πασχαλίδη.
Είναι γνωστό ότι η πιο «μικρούτσικη» τεράστια στιγμή κάθε
συναυλίας ήταν η ώρα που ο Θανούλης έλεγε τους «7 νάνους». Το τραγούδι που έγραψε ο Καββαδίας για την ανιψιά του
και τους νάνους της και το πήρε ο Θάνος, το έκανε πιο δικό του από τα δικά του
και το «κάρφωσε» στο προσωπικό του πάνθεο, με την πιο ιδιαίτερη σφραγίδα -διαφορετική
κάθε φορά και μοναδική σαν μαγικό δακτυλικό αποτύπωμα.
Ανατρέχοντας στις αναμνήσεις μου νομίζω ότι δεν ήταν
ανέκαθεν οι νάνοι το τραγούδι του Θάνου. Κάποτε, ήταν απλά ένα τραγούδι μέσα
στο υπόλοιπο πρόγραμμα και είμαι αρκετά σίγουρη ότι παλιά, σε κάτι εμφανίσεις
στον «Σταυρό του Νότου», ο μεγάλος «θανούλειος» αυτοσχεδιασμός γινόταν στο «Ένα
μπλουζ».
Σε κάποια συναυλία του (ίσως στο Θέατρο Βράχων;) θυμάμαι να
παίζει πρώτη φορά μια αυτοσχεδιαστική εισαγωγή μακράς διάρκειας. Και, όπως
ψαχνόμαστε ποιο τραγούδι είναι αυτό, να μπαίνουν οι πρώτες νότες των νάνων και
να χειροκροτάμε ενθουσιασμένοι, ενώ ο Θανούλης μάς ενημέρωνε ότι «σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις».
Από τότε και μετά χτίστηκε σταδιακά μία τελετουργία: προς το τέλος του προγράμματος εγκατέλειπαν οι μουσικοί τη σκηνή, τα φώτα χαμήλωναν, κάναμε ησυχία και ο Θανούλης μάς αρμένιζε άλλοτε σε θάλασσες ήρεμης μελωδίας και άλλοτε σε μανιασμένους ωκεανούς, που βρυχόνταν από τα πλήκτρα που βάραγε με μανία, μέχρι να μπει, απότομα, γλυκά, κοφτά ή βροντερά, στις πρώτες νότες των νάνων και να ξεσπάσουμε εμείς στο χειροκρότημα που κρατάγαμε μαζί με την ανάσα μας -στις τελευταίες συναυλίες του μαζί και με τα δάκρυά μας.
Τελείωνε το
τραγούδι και ο Θάνος κοφτά γύριζε την πλάτη στο κοινό που παραληρούσε, έβγαζε
συγκινημένος τα γυαλάκια του που νότιζαν από τα δάκρυά του, σκούπιζε τα μάτια
του και ερχόταν προς εμάς, που τον αποθεώναμε, συγκινημένος. Ήταν βλέπετε ο
κώδικάς μας, ο δικός του τρόπος να μάς δείξει πόσο φροντίζει το κοινό του και ο
δικός μας τρόπος να του ανταποδώσουμε τη φροντίδα, την αγάπη και το νοιάξιμο.
Είχε πει ο Θανούλης για τους νάνους: «Να σου αποκαλύψω και κάτι… Όταν τους παίζω τους 7 Νάνους, ο κόσμος έχει
ψευδαισθήσεις. Νομίζει ότι με βλέπει. Νομίζει ότι βλέπει το πιάνο. Θέλω να τους
πω (..), ότι δεν βλέπουν εμένα και το πιάνο, νομίζουν ότι το βλέπουν. Γιατί από
την ώρα που αρχίζω, εγώ έχω πάρει το πιάνο και ίπταμαι. Απλώς έρχομαι μετά για
το χειροκρότημα».
Συγκινήθηκα πολύ όταν το διάβασα. Γιατί κατάλαβα ότι ήταν πάντα τόσο αφοσιωμένος στην εισαγωγή, στην ερμηνεία και στο κλείσιμο των νάνων του, ώστε ποτέ δεν πήρε χαμπάρι ότι ευλαβικά και αθόρυβα μπαρκάραμε -κάθε φορά- και εμείς στο ιπτάμενο πιάνο του, ταξιδεύαμε μαζί του στον ωκεανό που έφτιαχνε με στίχους ρυθμό και μελωδία και, τέλος, απλώς επιστρέφαμε, την ώρα περίπου που σκούπιζε συγκινημένος τα νοτισμένα γυαλάκια του, για το χειροκρότημα.
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020
Ο Άμλετ της Σελήνης: Μια μπαλάντα για τους σκοτεινούς πρωταγωνιστές
«Πενθούσες με τους έρωτες γυμνός και μεθυσμένος,
γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς»
Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει για τον «Άμλετ της Σελήνης»
Το
να γράψεις για τον Γιώργο Χειμωνά είναι να σαν επιδιώκεις να περπατήσεις στη
θάλασσα. Υπήρξε ένας αθάνατος μεταξύ των θνητών. Ένα χθόνιο πνεύμα, άπιαστο για
τις ανθρώπινες αισθήσεις. Η αχλή του μυστηρίου του εξακολουθεί και σήμερα να
συνεγείρει και προκαλεί. Τα κείμενά του είναι χρυσάφι διπλοκλειδωμένο. Η
παρουσία του στα ελληνικά γράμματα συνιστά μια ολότελα ξεχωριστή περίπτωση. Όσο
για το τέλος του, δύσκολο σαν ανάποδη γέννα, ελάχιστα χρειάζεται να ειπωθούν.
Ο Μάνος Ελευθερίου, άνθρωπος που γνώριζε πολύ καλά τον Γιώργο Χειμωνά και την Λούλα Αναγνωστάκη, με τους στίχους του συγκεκριμένου τραγουδιού συγκεφαλαιώνει –όσο μπορεί να γίνει αυτό με στίχους που προορίζονται να τραγουδηθούν- όλη τη σκοτεινή δύναμη που κουβαλούσε ο Χειμωνάς. Η μετάφραση που έκανε στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, για να εξηγηθεί εν μέρει και ο τίτλος του τραγουδιού, είναι ολότελα διαφορετικός από όλες τις άλλες μεταφραστικές εκδοχές. Είναι ένας «Άμλετ» βγαλμένος μέσα από τα σπλάχνα του Χειμωνά.
Ο Θάνος Μικρούτσικος πήρε αυτούς τους στίχους, που έχουν τη δύναμη ενός ακραιφνούς ποιήματος, και τους μετέτρεψε σε μια μπαλάντα για εκείνους τους σκοτεινούς πρωταγωνιστές, που μπορεί να είναι βουτηγμένοι στη λάσπη αυτού του κόσμου, αλλά η μοίρα τούς έχει τάξει να κοιτάζουν τα αστέρια και τη σελήνη. Ο ρυθμός του τραγουδιού είναι υποβλητικός σε κλιμακωτά κρεσέντο, σαν να ανεβαίνεις σκαλί σκαλί τα υπόγεια αυτού του κόσμου έως τη στιγμή της κορύφωσης. Η φωνή του Χρήστου Θηβαίου αλλού ακούγεται ως τρεμάμενος ψίθυρος κι αλλού σαν πληγωμένη υλακή. Οι μεταπτώσεις της φωνής και της μουσικής κλίμακας είναι σαν κυματοσυρμή, που αλλού σε αφήνει να αναπνεύσεις κι αλλού σε καταπίνει.
Ενδεχομένως, οι άνθρωποι που αγαπούν το τραγούδι ελάχιστα πράγματα γνωρίζουν για την αιτία που το γέννησε, αλλά και για τον άνθρωπο στον οποίο αναφέρεται. Δεν ξέρω αν τους σώζει η άγνοια. Συνήθως η άγνοια σκοτώνει –ή, στην περίπτωση του τραγουδιού, αφαιρεί όλα τα ζωτικά σημαινόμενά του.
Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020
Στο μονοφωνικό του ραδιόφωνο ο Θοδωρής άκουσε την ιστορία ενός καταραμένου μαχαιριού
«Κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μην καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου»
Ο Θοδωρής Βασιλακόπουλος γράφει για «Το Μαχαίρι»
Σε αντίθεση με όλα τα άλλα τραγούδια και albums που έχουν σημαδέψει τις μουσικές μου προτιμήσεις, δεν θυμάμαι ακριβώς την πρώτη φορά που άκουσα το «Μαχαίρι».
Ξέρω όμως ότι εκεί, στα 1980 με 1981, στο μουσικό μας βάφτισμα στην «άλλη» μουσική, όταν από 12χρονο παιδί γίνεσαι σιγά - σιγά έφηβος, «Ο Σταυρός του Νότου» του Θάνου Μικρούτσικου - και ιδιαίτερα το «Μαχαίρι»- έπαιξαν ένα ξεχωριστό ρόλο. Ιδιαίτερα για μένα που είχα αρχίσει να ανακαλύπτω από το παλιό ραδιόφωνο που είχαμε στο σπίτι τη ροκ μουσική, από το «Rock Club» του Γιάννη Πετρίδη, κάθε Παρασκευή 4-5 (τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας η εκπομπή λεγόταν Pop Club και ήταν πιο «ελαφριά»).
Ανάμεσα στους Clash, Joy Division, Jam, Gang of Four και
άλλα διαμάντια, που ανακάλυπτα με ανείπωτη έκσταση που έκαιγαν τα αφιονισμένα
από το punk 15χρονα σωθικά μου, πάντα εκεί κοντά στα μεσάνυχτα, συνήθως στο
μονοφωνικό κασετόφωνο (μας το είχε πάρει ο πατέρας να μάθουμε Γαλλικά με
κασέτες, αλλά μόνο Γαλλικά δεν μάθαμε), έβαζα την πολυπαιγμένη κασέτα και η
φωνή του Βασίλη (από τους τόσο ξεχωριστούς τραγουδιστές μας) ξεκίναγε.
«Απάνω μου έχω πάντοτε…». Και μετά δυνατά, γρήγορα, το τέμπο να ανεβαίνει, η φωνή του Βασίλη να κορυφώνεται, ο ρυθμός να σε παρασέρνει! Κι εκείνος ο στίχος: «…κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω / φοβάμαι μην καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…», που ο μάγος Καββαδίας κατέθεσε με την ψυχή του και ο Θάνος έδωσε με τόσο ένταση, που κάθε φορά σε ανατριχιάζει, γιατί κάτι σκοτεινό, κάπου, έχουμε όλοι μας, και όλο και κάπου στο μυαλό του καθενός μας είναι μήπως καμιά φορά το στρέψουμε στον εαυτό μας.
Με τα χρόνια το μονοφωνικό κασετόφωνο παροπλίστηκε (ευτυχώς
εδώ που τα λέμε), αλλά τούτο το τραγούδι
(κι όλος ο Θάνος, τι να λέμε τώρα «πεδίο
βολής που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»), που συνεχώς το έκαναν όλο
και καλύτερο οι δυο τους, έχει αφήσει ένα στίγμα στην ψυχή μας!
Προσκυνάμε, βέβαια! Σιωπηλά, αλλά με τόσο θόρυβο!
ΥΓ: Η συγκεκριμένη εκτέλεση έχει την ιστορία της. Διαβάστε
το κατατοπιστικό σημείωμα του Γιώργου Παπαστεφάνου –αυτού του ξεχωριστού
ανθρώπου της μουσικής μας- στο σχετικό βίντεο.
Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020
Η Μάγια ισορροπεί πάνω στο φτερό του καρχαρία
«Σαλτάρει ο γλάρος, το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;»
Η Μάγια Φουργιώτη γράφει για την «Γυναίκα»
Συναντήθηκα με τον Νίκο Καββαδία το 1971, ετών 13, διαβάζοντας την έκδοση του «Μαραμπού & Πούσι» από τον Κέδρο. Ποίηση σύμβολο ελευθερίας, αναζήτησης και ανοικτών οριζόντων. Αγάπησα πολύ την ποίηση του Καββαδία, χωρίς να γνωρίζω τον Θάνο Μικρούτσικο. Το καλοκαίρι του ’79, στις διακοπές μου, ενημερώνομαι για την μελοποίηση της ποίησης του Καββαδία από το Θάνο. Έτσι τον γνώρισα. Από μία κασέτα της φίλης μου , φοιτήτριας της Φιλοσοφικής Ιωαννίνων, άκουσα για πρώτη φορά το Σταυρό του Νότου. Τι δέος! Θυμάμαι ακόμα πόσο συγκινήθηκα τότε.
Πέταξα, ταξίδεψα, έκαψα τις φτερούγες μου στον ήλιο γιατί ο Θάνος Μικρούτσικος μου άνοιξε έναν άλλο κόσμο στο ταξίδι μου: Ανάσα, έκρηξη, λυγμός, κραυγή, τρυφεράδα, μοναξιά, τοπίο προσμονής. Ένα προς ένα τα ένιωσα, σαν εικόνες της ιστορίας του ανθρώπου που αναζητά τις αλήθειες του. Εικόνες που πέφτουν σαν άστρα από τον ουρανό, φλογισμένες με νότες. Εικόνες της γυναίκας και του αέναου ταξιδιού της εξερεύνησής της.
«Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;» ξέφρενος
ο σπαραγμός του Θάνου.
Ανάμεσα στις στροφές, η μουσική στήνει το δικό της σκηνικό και γεμίζει το σύμπαν ολάκερο με πιάνο και βιολί και το φως του γαλαξία του Θάνου. Πάντα αυτό θα σκέφτομαι : πως ο Θάνος ήταν γαλαξίας. Μοναδικός και παθιασμένος.
‘Ένα ολόφωτο πιάνο κάπου εκεί ψηλά, ίσως να είναι και πλεούμενο, θα μαγνητίζει το βλέμμα και την ψυχή μου. Η «Γυναίκα» θα είναι ένα από τα παντοτινά μου φυλαχτά.
Θάνο, σ’ ευχαριστώ και ρίχνω ματιές εκεί ψηλά….
Όταν το σύμπαν συνωμότησε για την Λένα Παππά
«Aν θέλεις κάτι πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις», λέει ο Κοέλιο. Η ποιήτρια #ΛέναΠαππά ήθελε πολύ να μελοποιήσουν ποιήματά τ...
-
«Aν θέλεις κάτι πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να το πετύχεις», λέει ο Κοέλιο. Η ποιήτρια #ΛέναΠαππά ήθελε πολύ να μελοποιήσουν ποιήματά τ...
-
«Ένα πρωινό, αρχές του 1963, ο Οδυσσέας Ελύτης μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι θέλει να 'ρθει σπίτι μου, στη Νέα Σμύρνη. Ήταν μια ωραί...
-
« Πως η ανάγκη γίνεται Ιστορία, πως η Ιστορία γίνεται σιωπή... » . Ο Χρήστος Κουσουλός γράφει για τη "Ρόζα" Η σχέση μου με τη μ...




